τσέφλοιο

τσέφλοιο
το см. τσώφλι(ο)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "τσέφλοιο" в других словарях:

  • τσέφλοιο — το, Ν βλ. τσόφλι …   Dictionary of Greek

  • τσόφλι — και τσώφλι και τσέφλοιο και τσέφλι και τσόφλιο και τσώφλοιο, το, Ν 1. κέλυφος («το τσόφλι τού αβγού») 2. (κατ επέκτ.) φλοιός καρπού, φλούδα 3. μτφ. (περιφρονητικά) τιποτένιος άνθρωπος. [ΕΤΥΜΟΛ. < αραβ. djefl. Οι γρφ. με οι προέρχονται από… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»